Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε
σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του
βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα
ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
καβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
κι ήρθαν από της γης τα πέρατα
οι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια.

Ήταν γερό παιδί
ήτανε τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης
πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
η αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατζουνάει τον ήλιο
να βάφει τα λουλούδια
εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε
Α, τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
όπου ξεσπούσσαν λευτεριά και θάλασσα!