Τα ταξίδια μου ήταν «μουσικά κουτιά»
κι οι πορείες μου μακρινές
και με τρελά, λευκά αμάξια.
Στα παιχνίδια μου παίζαν μαγικές φωνές
κι οι αγάπες μου ήταν ακριβές
σαν τα παλιά, καλά μετάξια.

Αχ! Αβρόρα μου είσαι πανικός στο νου
και ατίθαση πυρκαγιά
που τα υγρά φιλιά στεγνώνει.
Αχ! Αβρόρα μου τώρα περπατάς γυμνή
και όλο ψάχνεις εραστές
σαν λύκαινα μέσα στο χιόνι.

Στο λαβύρινθο μπήκα νύχτα μοναχός
με το φανάρι μου σβηστό
και με στολή τη μοναξιά μου.
Τα γεφύρια μου τώρα γκρέμισαν κι αυτά
και τα παλιά μου τα «κουτιά»
δεν τραγουδούν τον έρωτά μου.

Αχ! Αβρόρα μου είσαι πανικός στο νου
και ατίθαση πυρκαγιά
που τα υγρά φιλιά στεγνώνει.
Αχ! Αβρόρα μου τώρα περπατάς γυμνή
και όλο ψάχνεις εραστές
σαν λύκαινα μέσα στο χιόνι.