Τσιμισκή κι Αριστοτέλους,
ήρθε η αρχή του τέλους
σαν σε είδα απ’ την πλατεία να περνάς.
Μαζεμένα τα μαλλιά σου,
με αέρα στα πανιά σου,
δεν κοιτάζεις, βιαστικά με προσπερνάς.

Τσιμισκή κι Αριστοτέλους,
ήρθε η αρχή του τέλους
και μου κόπηκε η ανάσα ξαφνικά.
Θα φωνάξω το Βαρδάρη
από πίσω να σε πάρει
για να μάθω πώς σε λένε τελικά.

Κοίτα, φίλε, τι παθαίνεις,
όταν δεν το περιμένεις
σου έρχεται στα ξαφνικά.
Κοίτα, φίλε μου, πού φτάνεις
και τον ύπνο σου να χάνεις
από Θεσσαλονικιά.

Τσιμισκή κι Αριστοτέλους,
είδα όλους τους αγγέλους
να χορεύουνε μπροστά μου ξαφνικά.
Στον αέρα τ’ άρωμά σου,
θέλω να φωνάξω: «Στάσου!»
για να μάθω τ’ όνομά σου τελικά.

Τσιμισκή κι Αριστοτέλους,
ήρθε η αρχή του τέλους
σαν σε είδα απ’ την πλατεία να περνάς.
Δε μου δίνεις σημασία,
φτάνεις μέχρι Εγνατία
και γυρίζεις ξαφνικά και με κοιτάς.